“Σαράντα δύο χρόνια από τον θάνατο του Αντρέα Τσιαπαλή
Ο Αντρέας Τσιαπαλής (για τους χωριανούς του «Τσαπαλής»), γεννήθηκε στις 17 του Ιούλη το1936 στην Αχερίτου.
Πατέρας του ήταν ο Κωνσταντίνος (Κωσταντής) Δημήτρη Ηλία γνωστός ως «Τσάπαλος» και μητέρα του η Δέσποινα Δημήτρη Παπαμιχαήλ, της οποίας ο πατέρας ήταν γνωστός ως «Σεππέτης». Οι δύο γονείς του κατάγονταν από την Αχερίτου.
Ήταν νυμφευμένος με την Θεοδώρα (Δωρού) από το χωριό Αφάνεια της επαρχίας Αμμοχώστου, με την οποία απέκτησαν εφτά παιδιά και μέχρι τον Αύγουστο του 1974 όταν έγιναν πρόσφυγες, κατοικούσαν στην περιοχή της λίμνης του Αγίου Λουκά στην Αμμόχωστο, ο ίδιος όμως δήλωνε πάντα «Ασιερκώτης» δηλαδή από την Αχερίτου.
Ο Αντρέας έχασε πολύ νωρίς την ζωή του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στις 27 Μαΐου 1984.
Σαν νεαρός, εργαζόταν ως τορναδόρος – συγκολλητής πολύ νωρίς όμως (γύρω στα 22-23 του), η αγάπη του για την φύση και τα ζώα τον έσπρωξαν στην κτηνοτροφία-γεωργία, ενώ την «τέχνη» του την διατήρησε σαν πάρεργο.
Μετά την εισβολή του1974, αναγκάστηκε να μετακινηθεί μαζί με την οικογένεια και το κοπάδι του αρχικά στο «Τέσσερα Μίλι» για να γλυτώσουν και στην συνέχεια μετά από 40 περίπου μέρες στην Λεμεσό όπου ζούσαν οι γονείς της συζύγου του για περίπου ένα χρόνο. Το Ιούνιο του 1975 μετακινήθηκε στην Πάφο όπου και διέμενε μέχρι τον πρόωρο θάνατο του.
Ο πόνος και η θλίψη της προσφυγιάς ήταν βαθιά χαραγμένα μέσα του. Συχνά έλεγε ότι έβλεπε, τόσο στον ύπνο όσο και στον ξύπνιο του, το κατεχόμενο χωριό του και τους τόπους όπου έβοσκε τα πρόβατα του πριν από το 1974.
Ήταν γνωστός σε πολλούς για τον ιδιαίτερο παραδοσιακό τρόπο ντυσίματός του με «κουρουκλί» και « τσαγγαροποΐνες».
Σε συνέντευξη του εκείνη την εποχή δήλωνε ότι δεν ξεχνούσε ποτέ τον τόπο του: «Κάθε νύχτα θωρώ τη λίμνη του Αη Λουκά στο Βαρώσι που έβοσκα τα πρόβατά μου πριν την εισβολή».
Αναφερόμενος στην καθημερινή του σκέψη για την πατρίδα του, έλεγε επίσης: «Πάω κάθε λλίον τσιαιρό στον Αη Νικόλα στις Βρυσούλλες τζιαι θωρώ το χωριό μου, την Αχερίτου, που την κρατούν οι Τούρτζιοι. Φκαίνω πάνω στο τιπόζιτο τζιαι θωρώ το σπίτι μου να το χορτάσω…»
Παρά τις δυσκολίες της ζωής, εργαζόταν ακούραστα μαζί με τη σύζυγό του για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τα παιδιά του. «Ό,τι περνά που το σιέρι μου κάμνω», έλεγε, εκφράζοντας τον καθημερινό του μόχθο αλλά και την αξιοπρέπειά του.
Παράλληλα, δεν έκρυβε την πίκρα του για την κοινωνική αδιαφορία: «Οι παραπάνω εξέχασαν. Εκάμαν ριάλια τσιαι ούτε χωρκά ούτε σπίθκια αθθυμούνται». Σε άλλη χαρακτηριστική του τοποθέτηση ανέφερε: «Η Κύπρος έννα ελευθερωθεί που έννα πεινάσει ο λαός… ώσπου έννα πάμεν όμως; Όπως πάμεν θα έρτει τσιαι η πείνα τσιαι τότε θα ξυπνήσει ο κοσμάκης».
Ο Αντρέας Τσιαπαλής συμμετείχε στον αγώνα 1955–59 και συνελήφθη από τους Άγγλους, οι οποίοι τον υπέβαλαν σε απάνθρωπα βασανιστήρια.
Μεγάλος του καημός παρέμεινε η προσφυγιά, την οποία ποτέ δεν αποδέχτηκε.
Μιλούσε συνεχώς με πάθος για το χωριό και το σπίτι του. Το σπίτι που, όπως έλεγε, «έβκαλεν γαίμαν που την καρκιάν του» για να το χτίσει.
Ο Αντρέας υπήρξε άνθρωπος βαθιά δεμένος με τη γη και τα ζώα του, με τον μόχθο.
Αυτά τα στοιχεία διαμόρφωσαν την ταυτότητα του και τον τρόπο σκέψης του.
Δεν αποδέχτηκε ποτέ παθητικά την απώλεια της πατρίδας του, αλλά επέμεινε να τη θυμάται, να την εκφράζει και να τη ζει μέσα από τον λόγο και την καθημερινότητά του.
Ήταν άνθρωπος εργατικός, με έντονο αίσθημα δικαιοσύνης, κοινωνικής ευαισθησίας και συλλογικής συνείδησης. Άνθρωπος προοδευτικός, περήφανος και ανυπότακτος, που δεν φοβόταν να εκφράσει (συνήθως πολύ έντονα) τις πολιτικές του απόψεις, κάτι που τον έβαλε στο στόχαστρο των αντιμακαριακών.
Η ζωή του υπήρξε συνεχής αγώνας επιβίωσης, αλλά και ταυτόχρονα πράξη αντίστασης στη λήθη.”
Αιωνία του η μνήμη
πηγή : Σύνδεσμος ελεύθερη Αχερίτου